Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στραβομύτης

/stɾa.voˈmi.tis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει στραβή μύτη Βικιλεξικό
  2. για αιχμηρά αντικείμεναπου έχει στrαβή άκρη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στραβομύτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στραβομύτης. Μορφολογικά αναλύεται σε στραβο- + -μύτης. : Και ουσιαστικοποιημένο.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστραβομύτηςστραβομύταστραβομύτικο
Γενικήστραβομύτηστραβομύταςστραβομύτικου
Αιτιατικήστραβομύτηστραβομύταστραβομύτικο
Κλητικήστραβομύτηστραβομύταστραβομύτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστραβομύτηδεςστραβομύτεςστραβομύτικα
Γενικήστραβομύτηδων—στραβομύτικων
Αιτιατικήστραβομύτηδεςστραβομύτεςστραβομύτικα
Κλητικήστραβομύτηδεςστραβομύτεςστραβομύτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →