συμβολή
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συμβάλλω, το πνευματικό ή υλικό έργο που κάποιος έκανε στα πλαίσια μιας κοινής ενέργειας ή προσπάθειας Βικιλεξικό
- το σημείο που συναντιούνται και ενώνονται δύο ή περισσότεροι δρόμοι, ποτάμια, αρτηρίες κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συμβολή < αρχαία ελληνική συμβολή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συμβολή | συμβολές |
| Γενική | συμβολής | συμβολών |
| Αιτιατική | συμβολή | συμβολές |
| Κλητική | συμβολή | συμβολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →