Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τζυμπραγός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κρητικάδίδυμος Βικιλεξικό
    • Η ποίηση ʼναι τζυμπραγή στο κρητικό λογάρι σʼ ετούτανά τα τζυμπραγά τα ξόμπλια έχου ντα θάρρη (Κωστής Λαγουδιανάκης, 2ο μέρος Αποσπερίδες και βαϊζα, Εφημερίδα Πατρίς, 16/09/2006 https://web.archive.org/web/20220703102812/https://archive.patris.gr/articles/93982/45067)

Ετυμολογία

τζυμπραγός < *συμπραγής / συμπράσσω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτζυμπραγόςτζυμπραγήτζυμπραγό
Γενικήτζυμπραγούτζυμπραγήςτζυμπραγού
Αιτιατικήτζυμπραγότζυμπραγήτζυμπραγό
Κλητικήτζυμπραγέτζυμπραγήτζυμπραγό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτζυμπραγοίτζυμπραγέςτζυμπραγά
Γενικήτζυμπραγώντζυμπραγώντζυμπραγών
Αιτιατικήτζυμπραγούςτζυμπραγέςτζυμπραγά
Κλητικήτζυμπραγοίτζυμπραγέςτζυμπραγά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →