Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τσεβδός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. άλλη γραφή του τσευδός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσεβδόςτσεβδήτσεβδό
Γενικήτσεβδούτσεβδήςτσεβδού
Αιτιατικήτσεβδότσεβδήτσεβδό
Κλητικήτσεβδέτσεβδήτσεβδό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτσεβδοίτσεβδέςτσεβδά
Γενικήτσεβδώντσεβδώντσεβδών
Αιτιατικήτσεβδούςτσεβδέςτσεβδά
Κλητικήτσεβδοίτσεβδέςτσεβδά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →