χαράκι
•
- η χαραγματιά Βικιλεξικό
- ευθεία γραμμή χαραγμένη, σχεδιασμένη ή τυπωμένη σε χαρτί Βικιλεξικό
- τομή στον κορμό ή το φλοιό φυτού με σκοπό την καρποφορία ή τον εμβολιασμό του Βικιλεξικό
- το ξυράφι ή η λεπίδα Βικιλεξικό
- κρητικάμεγάλος βράχος Βικιλεξικό
- χαράκια αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε (Ο θάνατος του Διγενή, δημοτικό)
Ετυμολογία
χαράκι < χαρακάκι (υποκοριστικό του χάρακας) με απλολογία [ka.ci] > [ci]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χαράκι | χαράκια |
| Γενική | χαρακιού | χαρακιών |
| Αιτιατική | χαράκι | χαράκια |
| Κλητική | χαράκι | χαράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →