χλωμός
•
- συνηθισμένη γραφή του χλομός Βικιλεξικό
- Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
Ετυμολογία
χλωμός < χλομός, με παρετυμολογική σύνδεση προς το «χλωρός»
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χλωμός | χλωμή | χλωμό |
| Γενική | χλωμού | χλωμής | χλωμού |
| Αιτιατική | χλωμό | χλωμή | χλωμό |
| Κλητική | χλωμέ | χλωμή | χλωμό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | χλωμοί | χλωμές | χλωμά |
| Γενική | χλωμών | χλωμών | χλωμών |
| Αιτιατική | χλωμούς | χλωμές | χλωμά |
| Κλητική | χλωμοί | χλωμές | χλωμά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →