χορήγι
•
- ιδιωματικόπαρωχημένη γραφή του χωρύγι: ο ασβέστης, Βικιλεξικό
- Κωστής Παλαμάς, Η φλογέρα του βασιλιά, λόγος τέταρτος, στον στίχο 120 greek-language.gr, στίχοι 119-122 Κι από τη Λακοδαιμονιά, τη φουμισμένη ακόμα, πὄχει τους πύργους, τα καλά τειχιά με το χορήγι, κι από τις καστροφύλαχτες τέσσερις πολιτείες της Κόρθος, του Άργους, του Αναπλιού, της Μονεβάσιας, άντρες
Ετυμολογία
χορήγι < παρετυμολογία προς τη λέξη χορηγώ. → δείτε τη λέξη χωρύγι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χορήγι | χορήγια |
| Γενική | χορηγιού | χορηγιών |
| Αιτιατική | χορήγι | χορήγια |
| Κλητική | χορήγι | χορήγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →