χωρύγι
•
- ιδιωματικόο σβησμένος ασβέστης Βικιλεξικό
- Χωρύγι είναι ο ασβέστης. Η λέξη ακούγεται κυρίως στην Πελοπόννησο, αλλά όχι μόνο. Θα τη βρείτε γραμμένη και «χορήγι», όπως γραφόταν παλιότερα.[…] [Ό]ταν στις αρχές του 20ού αιώνα ήρθε η οικογένεια του παππού μου από τη Μάνη στον Πειραιά, ρώτησε η δασκάλα στην τάξη τι σημαίνει η λέξη χωρικοί. Στο χωριό, δεν ήξεραν τη λ. χωρικός, ήξεραν όμως το χωρύκι, όπως λέγεται σε μερικά μέρη της Μάνης το χωρύγι. Οπότε, ο θείος μου ο Μιχάλης, αδελφός του παππού μου, σήκωσε το χέρι και απάντησε ευθαρσώς: «Χωρικοί είναι αυτοί που φτιάχνουν το χωρύκι»!
Ετυμολογία
χωρύγι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χορῆγι (γραφή με γιώτα από παρετυμολογία προς το χορηγώ) < *ἐγχωρύγιον < (ἔγχωρος) χωρ- + (ὀρύσσω) (ο)ρυγ- + (-ιον) -ι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χωρύγι | — |
| Γενική | χωρυγιού | — |
| Αιτιατική | χωρύγι | — |
| Κλητική | χωρύγι | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →