Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άβαθος

/ˈa.va.θos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ρηχός Βικιλεξικό
    • Τα νερά εδώ είναι άβαθα.
  2. επιφανειακός, επιπόλαιος Βικιλεξικό
    • Είναι πολύ άβαθος άνθρωπος.

Ετυμολογία

άβαθος < ά- + βάθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάβαθοςάβαθηάβαθο
Γενικήάβαθουάβαθηςάβαθου
Αιτιατικήάβαθοάβαθηάβαθο
Κλητικήάβαθεάβαθηάβαθο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάβαθοιάβαθεςάβαθα
Γενικήάβαθωνάβαθωνάβαθων
Αιτιατικήάβαθουςάβαθεςάβαθα
Κλητικήάβαθοιάβαθεςάβαθα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →