άβρεχτος
•
- που δεν έχει βραχεί Βικιλεξικό
- Ήταν φανερό ότι επέλεγε με μεγάλη δυσκολία τις φράσεις της, δεσμευμένη καθώς ήταν από το επαγγελματικό απόρρητο, σαν κάποιον που οφείλει να διασχίσει ένα ποτάμι άβρεχτος και πατά στα βότσαλα που προεξέχουν από το νερό, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή να χάσει την ισορροπία του και να γίνει μούσκεμα.
- μεταφορικάπου δεν έχει απώλειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άβρεχτος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄβρεκτος με ανομοίωση της προφοράς [kt] > [xt]. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- + βρέχω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άβρεχτος | άβρεχτη | άβρεχτο |
| Γενική | άβρεχτου | άβρεχτης | άβρεχτου |
| Αιτιατική | άβρεχτο | άβρεχτη | άβρεχτο |
| Κλητική | άβρεχτε | άβρεχτη | άβρεχτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άβρεχτοι | άβρεχτες | άβρεχτα |
| Γενική | άβρεχτων | άβρεχτων | άβρεχτων |
| Αιτιατική | άβρεχτους | άβρεχτες | άβρεχτα |
| Κλητική | άβρεχτοι | άβρεχτες | άβρεχτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →