στεγνός
•
- που δεν έχει διαποτιστεί από νερό ή άλλο υγρό, δεν έχει βραχεί Βικιλεξικό
- που του λείπουν υγρά Βικιλεξικό
- μεταφορικάαδυνατισμένος, αποστεωμένος Βικιλεξικό
- λογοτεχνίαπου δεν είναι γλαφυρός Βικιλεξικό
- μεταφορικάχωρίς συναίσθημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαχρήματος, αδέκαρος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν έχει πιει καθόλου Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή φαρμάκων Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοτα στεγνά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
στεγνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στεγνός < στεγ- (στέγω, στέγη) : σημασία «αδυνατισμένος» < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sec
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στεγνός | στεγνή | στεγνό |
| Γενική | στεγνού | στεγνής | στεγνού |
| Αιτιατική | στεγνό | στεγνή | στεγνό |
| Κλητική | στεγνέ | στεγνή | στεγνό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | στεγνοί | στεγνές | στεγνά |
| Γενική | στεγνών | στεγνών | στεγνών |
| Αιτιατική | στεγνούς | στεγνές | στεγνά |
| Κλητική | στεγνοί | στεγνές | στεγνά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →