Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

στεγνός

/steˈɣnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει διαποτιστεί από νερό ή άλλο υγρό, δεν έχει βραχεί Βικιλεξικό
  2. που του λείπουν υγρά Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάαδυνατισμένος, αποστεωμένος Βικιλεξικό
  4. λογοτεχνίαπου δεν είναι γλαφυρός Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάχωρίς συναίσθημα Βικιλεξικό
  6. μεταφορικάαχρήματος, αδέκαρος Βικιλεξικό
  7. μεταφορικάπου δεν έχει πιει καθόλου Βικιλεξικό
  8. μεταφορικάπου δεν έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή φαρμάκων Βικιλεξικό
  9. ουσιαστικοποιημένοτα στεγνά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

στεγνός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στεγνός < στεγ- (στέγω, στέγη) : σημασία «αδυνατισμένος» < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sec

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστεγνόςστεγνήστεγνό
Γενικήστεγνούστεγνήςστεγνού
Αιτιατικήστεγνόστεγνήστεγνό
Κλητικήστεγνέστεγνήστεγνό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήστεγνοίστεγνέςστεγνά
Γενικήστεγνώνστεγνώνστεγνών
Αιτιατικήστεγνούςστεγνέςστεγνά
Κλητικήστεγνοίστεγνέςστεγνά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →