Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άβροχος

/ˈa.vɾo.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει δεχτεί βροχή Βικιλεξικό
    • άβροχο χωράφι
  2. που δεν έχει φέρει βροχή Βικιλεξικό
    • μ' άβροχο Φλεβάρη, λιγοστό το στάρι
  3. μεταφορικάπου δεν έχει κοπιάσει, άκοπα, χωρίς δυσχέρεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άβροχος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄβροχος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + βροχ(ή) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάβροχοςάβροχηάβροχο
Γενικήάβροχουάβροχηςάβροχου
Αιτιατικήάβροχοάβροχηάβροχο
Κλητικήάβροχεάβροχηάβροχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάβροχοιάβροχεςάβροχα
Γενικήάβροχωνάβροχωνάβροχων
Αιτιατικήάβροχουςάβροχεςάβροχα
Κλητικήάβροχοιάβροχεςάβροχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →