άβροχος
•
- που δεν έχει δεχτεί βροχή Βικιλεξικό
- άβροχο χωράφι
- που δεν έχει φέρει βροχή Βικιλεξικό
- μ' άβροχο Φλεβάρη, λιγοστό το στάρι
- μεταφορικάπου δεν έχει κοπιάσει, άκοπα, χωρίς δυσχέρεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άβροχος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄβροχος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + βροχ(ή) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άβροχος | άβροχη | άβροχο |
| Γενική | άβροχου | άβροχης | άβροχου |
| Αιτιατική | άβροχο | άβροχη | άβροχο |
| Κλητική | άβροχε | άβροχη | άβροχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άβροχοι | άβροχες | άβροχα |
| Γενική | άβροχων | άβροχων | άβροχων |
| Αιτιατική | άβροχους | άβροχες | άβροχα |
| Κλητική | άβροχοι | άβροχες | άβροχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →