Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άνομβρος

/ˈa.noɱ.vɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν δέχεται ή δεν εμφανίζει βροχή Βικιλεξικό
    • Λίγα τοπικά φαινόμενα στην ανατολική και νότια χώρα τις επόμενες ημέρες, με διατήρηση του άνομβρου καιρού στις περισσότερες περιοχές, με ισχυρούς βοριάδες στο Αιγαίο και θερμοκρασίες από βδομάδα λίγο κάτω από τα κανονικά επίπεδα. (www.lifo.gr, 31.10.2024)

Ετυμολογία

άνομβρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄνομβρος < ἄν- (άν- στερητικό) + ὄμβρος (όμβρος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνομβροςάνομβρηάνομβρο
Γενικήάνομβρουάνομβρηςάνομβρου
Αιτιατικήάνομβροάνομβρηάνομβρο
Κλητικήάνομβρεάνομβρηάνομβρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάνομβροιάνομβρεςάνομβρα
Γενικήάνομβρωνάνομβρωνάνομβρων
Αιτιατικήάνομβρουςάνομβρεςάνομβρα
Κλητικήάνομβροιάνομβρεςάνομβρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →