άβυσσος
•
- το μεγάλο ωκεάνιο βάθος και, ειδικότερα, εκείνο μέχρι του οποίου δεν φθάνει το ηλιακό φως Βικιλεξικό
- (γενικότερα) μεγάλο και απότομο βάθος σε υδάτινη (λίμνη, ποτάμι) ή γήινη επιφάνεια (φαράγγι, γκρεμός, βάραθρο κ.ο.κ.)
- μεταφορικάτο χάος, ο οποιοσδήποτε -τεραστίου μεγέθους- ανεξερεύνητος χώρος Βικιλεξικό
- η άβυσσος του σύμπαντος
- μεταφορικάη μεγάλη ποσότητα ή μεγάλη διαφορά Βικιλεξικό
- τρώει την άβυσσο
- με αυτόν, μας χωρίζει άβυσσος
- μεταφορικάτο πιο βαθύ σημείο της ψυχής, της καρδιάς Βικιλεξικό
- άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων
- Καρδιά κοιτά να κοπείς ξανά στα δυο Βαθειά σε άβυσσο σιωπής ναυαγώ Γιατί σβήνουν όλα εκεί που δεν με πας Γιατί δεν σου ‘μαθε κανείς ν’ αγαπάς.
Ετυμολογία
άβυσσος (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄβυσσος < ἄβυσσος (επίθετο) < ἀ- (ά- στερητικό) + βυσσός (βυθός) : θαλάσσια άβυσσος < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική abysse ή αγγλική abyss
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άβυσσος | άβυσσοι |
| Γενική | αβύσσου | αβύσσων |
| Αιτιατική | άβυσσο | αβύσσους |
| Κλητική | άβυσσε / άβυσσο | άβυσσοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →