Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβυσσαλέος

/a.vi.saˈle.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μεγάλο βάθος, κρημνώδης, βαραθρώδης Βικιλεξικό
    • αβυσσαλέο χάσμα
    • Φοράει ένα στενό, πράσινο φόρεμα με αβυσσαλέο ντεκολτέ που θα ανάγκαζε χωρίς δεύτερη σκέψη τον Οδυσσέα να κάνει ακόμα μια μακροχρόνια παρέκκλιση στο ταξίδι της επιστροφής προς την Ιθάκη. (Γρηγόρης Αζαριάδης, Παραπλάνηση, εκδ. Μεταίχμιο, 2020)
  2. μεταφορικάυπερβολικά μεγάλος Βικιλεξικό
    • αβυσσαλέο μίσος
  3. καταχθόνιος, ανεξιχνίαστος Βικιλεξικό
    • είναι άνθρωποι με αβυσσαλέα αισθήματα

Ετυμολογία

αβυσσαλέος < άβυσσ(ος) + -αλέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβυσσαλέοςαβυσσαλέααβυσσαλέο
Γενικήαβυσσαλέουαβυσσαλέαςαβυσσαλέου
Αιτιατικήαβυσσαλέοαβυσσαλέααβυσσαλέο
Κλητικήαβυσσαλέεαβυσσαλέααβυσσαλέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβυσσαλέοιαβυσσαλέεςαβυσσαλέα
Γενικήαβυσσαλέωναβυσσαλέωναβυσσαλέων
Αιτιατικήαβυσσαλέουςαβυσσαλέεςαβυσσαλέα
Κλητικήαβυσσαλέοιαβυσσαλέεςαβυσσαλέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →