άγγελμα
•
- λόγιοείδηση, αναγγελία, κάτι που αναγγέλλεται σχετικά επίσημα Βικιλεξικό
- Tο χαρμόσυνο άγγελμα της κατά σάρκα Γεννήσεως του Θείου Λόγου γιόρτασαν οι Έλληνες της Αιγύπτου, στην Καθέδρα της Πατριαρχικής Επιτροπείας στο Χαμζάουι του Καΐρου την Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου.
Ετυμολογία
άγγελμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄγγελμα < ἀγγέλλω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άγγελμα | αγγέλματα |
| Γενική | αγγέλματος | αγγελμάτων |
| Αιτιατική | άγγελμα | αγγέλματα |
| Κλητική | άγγελμα | αγγέλματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →