Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άγγελμα

/ˈaŋ.ɟel.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λόγιοείδηση, αναγγελία, κάτι που αναγγέλλεται σχετικά επίσημα Βικιλεξικό
    • Tο χαρμόσυνο άγγελμα της κατά σάρκα Γεννήσεως του Θείου Λόγου γιόρτασαν οι Έλληνες της Αιγύπτου, στην Καθέδρα της Πατριαρχικής Επιτροπείας στο Χαμζάουι του Καΐρου την Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου.

Ετυμολογία

άγγελμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄγγελμα < ἀγγέλλω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάγγελμααγγέλματα
Γενικήαγγέλματοςαγγελμάτων
Αιτιατικήάγγελμααγγέλματα
Κλητικήάγγελμααγγέλματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →