διάγγελμα
•
- η επίσημη η ανακοίνωση που εκδίδεται με επισημότητα από κάποιο θεσμικό φορέα για κάποιο σημαντικό θέμα Βικιλεξικό
- ο πρωθυπουργός απηύθυνε διάγγελμα το μεσημέρι του Σαββάτου για τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων με τους Ευρωπαίους εταίρους
Ετυμολογία
διάγγελμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάγγελμα < αρχαία ελληνική διαγγέλλω < διά- + ἀγγέλλω < ἄγγελος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάγγελμα | διαγγέλματα |
| Γενική | διαγγέλματος | διαγγελμάτων |
| Αιτιατική | διάγγελμα | διαγγέλματα |
| Κλητική | διάγγελμα | διαγγέλματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →