Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άγλυκος

/ˈa.ɣli.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. καθόλου γλυκός Βικιλεξικό
    • Δεν έβαλα αρκετή ζάχαρη στο κέικ και μου βγήκε άγλυκο.
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Εργαζόμενο αγόρι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2000, ISBN 9789600350524, @google.gr/books
  2. γενικότεραάνοστος Βικιλεξικό
  3. γενικότεραανούσιος, άτονος Βικιλεξικό
    • άγλυκη ομιλία

Ετυμολογία

άγλυκος < ά- στερητικό + γλυκός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγλυκοςάγλυκηάγλυκο
Γενικήάγλυκουάγλυκηςάγλυκου
Αιτιατικήάγλυκοάγλυκηάγλυκο
Κλητικήάγλυκεάγλυκηάγλυκο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγλυκοιάγλυκεςάγλυκα
Γενικήάγλυκωνάγλυκωνάγλυκων
Αιτιατικήάγλυκουςάγλυκεςάγλυκα
Κλητικήάγλυκοιάγλυκεςάγλυκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →