Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άγριος

/ˈa.ɣɾi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για ζώα και φυτάπου ζει ελεύθερος στη φύση, δεν έχει εξημερωθεί από τον άνθρωπο Βικιλεξικό
    • Τα άγρια ζώα δεν είναι εξοικειωμένα με τον άνθρωπο, τον φοβούνται και τον αποφεύγουν.
    • το κυνήγι αγρίων ζώων - κατοικίδια ζώα που ξαναγύρισαν σε αγρία κατάσταση
  2. για λαούςπου δεν έχει ανεπτυγμένο τεχνικό πολιτισμό Βικιλεξικό
  3. σκληρός, επιθετικός Βικιλεξικό
    • άγριο βλέμμα
    • ενώ μιλούσε για την αγάπη του προς τα γράμματα, η φωνή του είχε κάτι άγριο, κάτι στρυφνό, αντίς να μαλακώσει με την αγάπη (Γιάννης Ψυχάρης, Προορισμός, «Δημοσιέφτηκε στο Νουμά, κ. αρ. 423, 13, αρ. 424, 20, αρ. 425, 27 του Φλεβάρη, αρ. 428, 20 του Μάρτη, 1911»)
  4. ανυπότακτος Βικιλεξικό
    • Οι κάτοικοι που ζούσαν στα βουνά των περιοχών αυτών ήσαν άγριοι, ανυπότακτοι, πολύ θαρραλέοι και λάτρευαν την ελευθερία τους (από το λήμμα Λαζοίτης Βικιπαίδειας)
  5. δύσκολος να αντιμετωπιστεί, αφιλόξενος Βικιλεξικό
    • η Άγρια Δύση, άγρια δάση, άγρια καταιγίδα
    • Ἀνάμεσα μιὰ ἄγρια βλάστησις ἔδειχνε τὴν ἐμορφιά της στὴν ἄπειρη συμφωνία τῶν χρωμάτων της. (Γεράσιμος Bώκος, Πεντέλη)
  6. πολύ έντονος Βικιλεξικό
    • το άγριο ποδοβολητό του οινοπνεύματος στις φλέβες ή ο άγριος βήχας αφυπνίζουν τα σπλάχνα (Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορίες του βλέμματος, εφημερίδα Το Βήμα, 9-7-2000)
  7. τραχύς Βικιλεξικό
    • τρίψε με γυαλόχαρτο τον τοίχο να γίνει λιγότερο άγριος

Ετυμολογία

άγριος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄγριος < ἀγρός· αυτός που ζει και αναπτύσσεται στους αγρούς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγριοςάγρια / αγρίαάγριο
Γενικήάγριου / αγρίουάγριας / αγρίαςάγριου / αγρίου
Αιτιατικήάγριοάγρια / αγρίαάγριο
Κλητικήάγριεάγριαάγριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάγριοιάγριεςάγρια
Γενικήάγριων / αγρίωνάγριων / αγρίωνάγριων / αγρίων
Αιτιατικήάγριους / αγρίουςάγριεςάγρια
Κλητικήάγριοιάγριεςάγρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →