αγρός
•
- έκταση γης που καλλιεργείται Βικιλεξικό
- < υπώνυμα: αμπελώνας, ελαιώνας, ορυζώνας
- στον πληθυντικόαγροί: περιοχή όπου βρίσκονται χωράφια Βικιλεξικό
- Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν, στροφή 51.
Ετυμολογία
αγρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂éǵros.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αγρός | αγροί |
| Γενική | αγρού | αγρών |
| Αιτιατική | αγρό | αγρούς |
| Κλητική | αγρέ | αγροί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →