Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άδετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει δεθεί, λυτός Βικιλεξικό
    • τα κορδόνια σου είναι άδετα
  2. για βιβλίοχωρίς βιβλιοδεσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άδετος < αρχαία ελληνική ἄδετος < α- στερητικό + δέω (δένω) + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάδετοςάδετηάδετο
Γενικήάδετουάδετηςάδετου
Αιτιατικήάδετοάδετηάδετο
Κλητικήάδετεάδετηάδετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάδετοιάδετεςάδετα
Γενικήάδετωνάδετωνάδετων
Αιτιατικήάδετουςάδετεςάδετα
Κλητικήάδετοιάδετεςάδετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →