Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άδοτος

/ˈa.ðo.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοπου δεν έχει δοθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άδοτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄδοτος < ἀ- στερητικό + δοτός (παραχωρημένος). Συγχρονικά αναλύεται σε (α-) ά- στερητικό + δοτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάδοτοςάδοτηάδοτο
Γενικήάδοτουάδοτηςάδοτου
Αιτιατικήάδοτοάδοτηάδοτο
Κλητικήάδοτεάδοτηάδοτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάδοτοιάδοτεςάδοτα
Γενικήάδοτωνάδοτωνάδοτων
Αιτιατικήάδοτουςάδοτεςάδοτα
Κλητικήάδοτοιάδοτεςάδοτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →