Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άηχος

/ˈa.i.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χωρίς ήχο· που δεν βγάζει ήχο Βικιλεξικό
  2. φωνητικήχωρίς ηχηρότητα· που γίνεται χωρίς να πάλλονται οι φωνητικές χορδές Βικιλεξικό
    • Τα σύμφωνα [k], [p], [t], [s] είναι άηχα ενώ τα αντίστοιχά τους [g], [b], [d], [z] είναι ηχηρά.

Ετυμολογία

άηχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄηχος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- (στερητικό) + ήχ(ος) + -ος. Η σημασία 2 «χωρίς ηχηρότητα» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sourd.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάηχοςάηχηάηχο
Γενικήάηχουάηχηςάηχου
Αιτιατικήάηχοάηχηάηχο
Κλητικήάηχεάηχηάηχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάηχοιάηχεςάηχα
Γενικήάηχωνάηχωνάηχων
Αιτιατικήάηχουςάηχεςάηχα
Κλητικήάηχοιάηχεςάηχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →