άηχος
•
- χωρίς ήχο· που δεν βγάζει ήχο Βικιλεξικό
- φωνητικήχωρίς ηχηρότητα· που γίνεται χωρίς να πάλλονται οι φωνητικές χορδές Βικιλεξικό
- Τα σύμφωνα [k], [p], [t], [s] είναι άηχα ενώ τα αντίστοιχά τους [g], [b], [d], [z] είναι ηχηρά.
Ετυμολογία
άηχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἄηχος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- (στερητικό) + ήχ(ος) + -ος. Η σημασία 2 «χωρίς ηχηρότητα» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sourd.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άηχος | άηχη | άηχο |
| Γενική | άηχου | άηχης | άηχου |
| Αιτιατική | άηχο | άηχη | άηχο |
| Κλητική | άηχε | άηχη | άηχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άηχοι | άηχες | άηχα |
| Γενική | άηχων | άηχων | άηχων |
| Αιτιατική | άηχους | άηχες | άηχα |
| Κλητική | άηχοι | άηχες | άηχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →