άθραυστος
•
- που δεν σπάει Βικιλεξικό
- άθραυστο γυαλί
Ετυμολογία
άθραυστος < αρχαία ελληνική ἄθραυστος < ἀ- στερητικό + θραύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άθραυστος | άθραυστη | άθραυστο |
| Γενική | άθραυστου | άθραυστης | άθραυστου |
| Αιτιατική | άθραυστο | άθραυστη | άθραυστο |
| Κλητική | άθραυστε | άθραυστη | άθραυστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άθραυστοι | άθραυστες | άθραυστα |
| Γενική | άθραυστων | άθραυστων | άθραυστων |
| Αιτιατική | άθραυστους | άθραυστες | άθραυστα |
| Κλητική | άθραυστοι | άθραυστες | άθραυστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →