άθρησκος
•
- που δεν ακολουθεί κάποια θρησκεία Βικιλεξικό
- Ήταν με μια παρέα φίλων του και η συζήτηση είχε ανάψει γύρω από μεταφυσικά θέματα μετενσάρκωσης, ανατολικών φιλοσοφιών, θρησκειών και τέτοια, πράγματα που εκείνος, άθρησκος και φανατικά υλιστής, κορόιδευε από πάντα. (Νίκος Πιλάβιος, Ιστορίες της καρδιάς, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011 https://books.google.gr/books?id=MHN2BQAAQBAJ&lpg=PT40&dq=%CE%AC%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82&pg=PT40#v=onepage&q=%CE%AC%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%82&f=false)
Ετυμολογία
άθρησκος < α- στερητικό + θρησκεία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άθρησκος | άθρησκη | άθρησκο |
| Γενική | άθρησκου | άθρησκης | άθρησκου |
| Αιτιατική | άθρησκο | άθρησκη | άθρησκο |
| Κλητική | άθρησκε | άθρησκη | άθρησκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άθρησκοι | άθρησκες | άθρησκα |
| Γενική | άθρησκων | άθρησκων | άθρησκων |
| Αιτιατική | άθρησκους | άθρησκες | άθρησκα |
| Κλητική | άθρησκοι | άθρησκες | άθρησκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →