Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιμεταφυσικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αντίκειται στη μεταφυσική ή το μεταφυσικό ή δεν σχετίζεται μ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. φιλοσοφίαφιλόσοφος ή στοχαστής με αντιμεταφυσικές απόψεις, που είναι αντίθετος με τη μεταφυσική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιμεταφυσικός < αντι- + μεταφυσικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική antimetaphysical :* Και ουσιαστικοποιημένο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιμεταφυσικόςαντιμεταφυσικήαντιμεταφυσικό
Γενικήαντιμεταφυσικούαντιμεταφυσικήςαντιμεταφυσικού
Αιτιατικήαντιμεταφυσικόαντιμεταφυσικήαντιμεταφυσικό
Κλητικήαντιμεταφυσικέαντιμεταφυσικήαντιμεταφυσικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιμεταφυσικοίαντιμεταφυσικέςαντιμεταφυσικά
Γενικήαντιμεταφυσικώναντιμεταφυσικώναντιμεταφυσικών
Αιτιατικήαντιμεταφυσικούςαντιμεταφυσικέςαντιμεταφυσικά
Κλητικήαντιμεταφυσικοίαντιμεταφυσικέςαντιμεταφυσικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →