άθροισμα
•
- το αποτέλεσμα της μαθηματικής πράξης, κατά την οποία προστίθενται δύο ή περισσότεροι αριθμοί, μεγέθη, ποσότητες, διανύσματα κλπ Βικιλεξικό
- το αποτέλεσμα που προκύπτει, όταν προσθέτομε μετρήσιμα στοιχεία σε καταμέτρηση Βικιλεξικό
- το σύνολο των στοιχείων που συνδέονται εξωτερικά, χωρίς να χάνει το καθένα την αυτονομία και την ατομικότητά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άθροισμα < αθροίζω < αθρόος (: άφθονος, μαζικός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άθροισμα | αθροίσματα |
| Γενική | αθροίσματος | αθροισμάτων |
| Αιτιατική | άθροισμα | αθροίσματα |
| Κλητική | άθροισμα | αθροίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →