άκαρδος
•
- για άνθρωποπου δεν έχει συναισθήματα, δε νιώθει αγάπη, οίκτο ή συμπόνια Βικιλεξικό
- για ενέργειαπου δείχνει έλλειψη συναισθημάτων Βικιλεξικό
- για άνθρωποδειλός, χωρίς γενναιότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άκαρδος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄκαρδος (όπως στο επίρρημα ἄκαρδα) < ελληνιστική κοινή ἀκάρδ(ιος) (δειλός) + -ος με δεύτερο συνθετικό -καρδος. Μορφολογικά αναλύεται σε α- στερητικό + -καρδος < καρδ(ιά) + -ος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκαρδος | άκαρδη | άκαρδο |
| Γενική | άκαρδου | άκαρδης | άκαρδου |
| Αιτιατική | άκαρδο | άκαρδη | άκαρδο |
| Κλητική | άκαρδε | άκαρδη | άκαρδο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άκαρδοι | άκαρδες | άκαρδα |
| Γενική | άκαρδων | άκαρδων | άκαρδων |
| Αιτιατική | άκαρδους | άκαρδες | άκαρδα |
| Κλητική | άκαρδοι | άκαρδες | άκαρδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →