Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άκαρδος

/ˈa.kaɾ.ðos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άνθρωποπου δεν έχει συναισθήματα, δε νιώθει αγάπη, οίκτο ή συμπόνια Βικιλεξικό
  2. για ενέργειαπου δείχνει έλλειψη συναισθημάτων Βικιλεξικό
  3. για άνθρωποδειλός, χωρίς γενναιότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άκαρδος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄκαρδος (όπως στο επίρρημα ἄκαρδα) < ελληνιστική κοινή ἀκάρδ(ιος) (δειλός) + -ος με δεύτερο συνθετικό -καρδος. Μορφολογικά αναλύεται σε α- στερητικό + -καρδος < καρδ(ιά) + -ος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκαρδοςάκαρδηάκαρδο
Γενικήάκαρδουάκαρδηςάκαρδου
Αιτιατικήάκαρδοάκαρδηάκαρδο
Κλητικήάκαρδεάκαρδηάκαρδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάκαρδοιάκαρδεςάκαρδα
Γενικήάκαρδωνάκαρδωνάκαρδων
Αιτιατικήάκαρδουςάκαρδεςάκαρδα
Κλητικήάκαρδοιάκαρδεςάκαρδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →