άκρια
•
- η άκρη Βικιλεξικό
- στον πληθυντικό, οι άκριες, σημαίνουν τις σημαντικές γνωριμίες, τις γνωριμίες με πρόσωπα επιρροής, σε κέντρα αποφάσεων, τα μέσα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άκρια < ἄκρη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άκρια | άκριες |
| Γενική | άκριας | ακριών |
| Αιτιατική | άκρια | άκριες |
| Κλητική | άκρια | άκριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →