Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άλικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για χρώμαπου έχει έντονα κόκκινο χρώμα Βικιλεξικό
    • άλικος (χρώμα):
  2. συνεκδοχικάσχετικός με το άλικο χρώμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άλικος < (άμεσο δάνειο) τουρκική al (κόκκινος) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάλικοςάλικηάλικο
Γενικήάλικουάλικηςάλικου
Αιτιατικήάλικοάλικηάλικο
Κλητικήάλικεάλικηάλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάλικοιάλικεςάλικα
Γενικήάλικωνάλικωνάλικων
Αιτιατικήάλικουςάλικεςάλικα
Κλητικήάλικοιάλικεςάλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου έχει σχέση με τον Αλή (π.χ. Αλή πασά, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
    • Οὐδ’ ἡ Πελοπόννησος ἔμεινεν ἄγευστος τῶν Ἀλικῶν δεινῶν. (Κωνσταντίνος Κούμας, Ἱστορίαι τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἕως τῶν ἡμερῶν μας, ἐκ παλαιῶν ἀπανθισθεῖσαι, καὶ τὰ νεώτερα ἐξ ἀρίστων Γερμανῶν ἱστοριογράφων ἐλευθέρως μεταφρασθεῖσαι ὑπὸ Κ. Μ. Κούμα, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Ἀντωνίου Αὐκούλου (Anton v. Haykul), ἐν Βιέννῃ τῆς Αὐστρίας 1832, τ. 12, σελ. 550)

Ετυμολογία

αλικός < Αλής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλικόςαλικήαλικό
Γενικήαλικούαλικήςαλικού
Αιτιατικήαλικόαλικήαλικό
Κλητικήαλικέαλικήαλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαλικοίαλικέςαλικά
Γενικήαλικώναλικώναλικών
Αιτιατικήαλικούςαλικέςαλικά
Κλητικήαλικοίαλικέςαλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →