κατακόκκινος
•
- επιτατικό επίθετοο τελείως κόκκινος Βικιλεξικό
- Ἤρχετο ἡ Μεγάλη Πέμπτη καὶ αὐτὴ ἄναφτε τὴν φωτιάν της, ἔστηνε τὴν χύτραν της, κ᾽ ἔβαπτε κατακκόκινα τὰ πασχαλινὰ αὐγά. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι)
- «Καλή ήμουν;» Ρωτάει ναζιάρικα η ξεκωλιάρα ρεπόρτερ. Με το καυτό της μίνι, το κολλητό μπλουζάκι που αναδεικνύει το πλούσιο στήθος της και τα κατακόκκινα σαρκώδη χείλια της , αναμφίβολα αποπροσανατολίζει τηλεθεατές και παρευρισκόμενους (Νίκος Βλαντής, Greek psycho, εκδ. Oxy, 2004, σελ. 20)
Ετυμολογία
κατακόκκινος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατακόκκινος < κατά- + κόκκινος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακόκκινος | κατακόκκινη | κατακόκκινο |
| Γενική | κατακόκκινου | κατακόκκινης | κατακόκκινου |
| Αιτιατική | κατακόκκινο | κατακόκκινη | κατακόκκινο |
| Κλητική | κατακόκκινε | κατακόκκινη | κατακόκκινο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακόκκινοι | κατακόκκινες | κατακόκκινα |
| Γενική | κατακόκκινων | κατακόκκινων | κατακόκκινων |
| Αιτιατική | κατακόκκινους | κατακόκκινες | κατακόκκινα |
| Κλητική | κατακόκκινοι | κατακόκκινες | κατακόκκινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →