άλλος
•
- όχι αυτός για τον οποίο έγινε ή θα γίνει λόγος Βικιλεξικό
- άλλος ήταν υπεύθυνος για την κατάχρηση, όχι ο ταμίας
- διαφορετικός, όχι ίδιος Βικιλεξικό
- η σημερινή κρίση έχει κάποια άλλα χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από τις προηγούμενες
- αντιθετικάκάποιος Βικιλεξικό
- άλλοι ήταν σύμφωνοι κι άλλοι διαφωνούσαν
- Άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη (Μάνος Ελευθερίου, 1972, τραγούδι σε μουσική Δήμου Μούτση)
- έναρθροπου υπολείπονται, οι υπόλοιποι Βικιλεξικό
- όσοι μπόρεσαν μπήκαν στο λεωφορείο και οι άλλοι έμειναν στη στάση να περιμένουν το επόμενο
- χωρίς άρθροκάποιος ή κάτι επιπλέον Βικιλεξικό
- χρειάζομαι κι άλλα χρήματα
- έναρθροο επόμενος Βικιλεξικό
- θα τα πούμε την άλλη εβδομάδα
Ετυμολογία
άλλος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄλλος < πρωτοελληνική *áľľos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂el- (άλλος)
Άλλοι τύποι
άλλαάλλεςάλληάλληνάλληςάλλοάλλοιάλλονάλλοςάλλουάλλουςάλλωναλληνήςαλλουνούαλλουνών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →