ἅλυσος
•
- η αλυσίδα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αρσενικό: ※ εἰς δὲ τὸ στῆθος του εἶχεν ὁλόχρυσον ἅλυσον (Διγενής, [χφ Άνδρου-Θεσσαλονίκης].38935
- η αλυσίδα Βικιλεξικό
- η αλυσίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἅλυσος < αρχαία ελληνική ἅλυσις. Η τροπή σε δευτερόκλιτο (σε -ος) σχολιάζεται από τον Γεώργιο Χατζιδάκι, MNE B' 140. Δείτε και το νεοελληνικό λαϊκό αρσενικό, «ο άλυσος».
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →