άμεμπτος
•
- που κανείς δεν μπορεί να τον μεμφθεί για κάτι, που δεν επιδέχεται κατηγορία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άμεμπτος < α- στερητικό + μέμφομαι + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άμεμπτος | άμεμπτη | άμεμπτο |
| Γενική | άμεμπτου | άμεμπτης | άμεμπτου |
| Αιτιατική | άμεμπτο | άμεμπτη | άμεμπτο |
| Κλητική | άμεμπτε | άμεμπτη | άμεμπτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άμεμπτοι | άμεμπτες | άμεμπτα |
| Γενική | άμεμπτων | άμεμπτων | άμεμπτων |
| Αιτιατική | άμεμπτους | άμεμπτες | άμεμπτα |
| Κλητική | άμεμπτοι | άμεμπτες | άμεμπτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →