Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπίληπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις για κάτι, είναι άψογος. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεπίληπτος < αρχαία ελληνική ἀνεπίληπτος < ἐπίληπτος < ἐπίλαμβάνω < λαμβάνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sleh₂gʷ-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίληπτοςανεπίληπτηανεπίληπτο
Γενικήανεπίληπτουανεπίληπτηςανεπίληπτου
Αιτιατικήανεπίληπτοανεπίληπτηανεπίληπτο
Κλητικήανεπίληπτεανεπίληπτηανεπίληπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίληπτοιανεπίληπτεςανεπίληπτα
Γενικήανεπίληπτωνανεπίληπτωνανεπίληπτων
Αιτιατικήανεπίληπτουςανεπίληπτεςανεπίληπτα
Κλητικήανεπίληπτοιανεπίληπτεςανεπίληπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →