Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άμπαλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου είναι άσχετος με τη μπάλα, με το ποδόσφαιρο, που δεν ξέρει να παίζει μπάλα Βικιλεξικό
    • Αλλά δεν υπήρξα ποτέ καλός μέσα στο γήπεδο, άμπαλος κατά την ορολογία του γιου μου (Χριστόφορος Κάσδαγλης, Tο γαμώτο ενός παναθηναϊκού, 2010)

Ετυμολογία

άμπαλος < α- + μπάλ(α) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάμπαλοςάμπαληάμπαλο
Γενικήάμπαλουάμπαληςάμπαλου
Αιτιατικήάμπαλοάμπαληάμπαλο
Κλητικήάμπαλεάμπαληάμπαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάμπαλοιάμπαλεςάμπαλα
Γενικήάμπαλωνάμπαλωνάμπαλων
Αιτιατικήάμπαλουςάμπαλεςάμπαλα
Κλητικήάμπαλοιάμπαλεςάμπαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →