άναμμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ανάβω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άναμμα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἄναμμα < αρχαία ελληνική ἀνάπτω < ἅπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ap- (αγγίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άναμμα | ανάμματα |
| Γενική | ανάμματος | αναμμάτων |
| Αιτιατική | άναμμα | ανάμματα |
| Κλητική | άναμμα | ανάμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →