Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άναυδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. άφωνος από κατάπληξη, κατάπληκτος Βικιλεξικό
    • η άλλοτε οικία Τσίλλερ θνήσκει στο κέντρο της Αθήνας με τους περαστικούς να παρακολουθούν άναυδοι την κατάρρευσή της.

Ετυμολογία

άναυδος < αρχαία ελληνική ἄναυδος < ἀν- στερητικό + αὐδή (φωνή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάναυδοςάναυδηάναυδο
Γενικήάναυδουάναυδηςάναυδου
Αιτιατικήάναυδοάναυδηάναυδο
Κλητικήάναυδεάναυδηάναυδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάναυδοιάναυδεςάναυδα
Γενικήάναυδωνάναυδωνάναυδων
Αιτιατικήάναυδουςάναυδεςάναυδα
Κλητικήάναυδοιάναυδεςάναυδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →