Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ενεός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοάφωνος, άναυδος (από κατάπληξη) Βικιλεξικό
    • Ενεοί παρακολουθούμε τις εξελίξεις.
    • ενεός έμεινε με την τόλμη της
    • «Εις το επανιδείν», ευχήθηκα και έκανα χειραψία στον Παπαβολίδα που έμεινε ενεός. Ο Πετονιάς σηκώθηκε τότε από τη θέση του, με αγριοκοίταξε και δε με χαιρέτησε όταν βγήκαμε έξω – μάλλον τον είχα εκθέσει. (Μιχάλης Μιχαηλίδης, Ο μηχανισμός της σύγχυσης, εκδ. Καστανιώτη, 2003, σελ. 138)

Ετυμολογία

ενεός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐνεός (άφωνος), αγνώστου ετύμου

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενεόςενεά / ενεή / ενεόενεό
Γενικήενεούενεάς / ενεήςενεού
Αιτιατικήενεόενεά / ενεήενεό
Κλητικήενεέενεά / ενεήενεό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήενεοίενεέςενεά
Γενικήενεώνενεώνενεών
Αιτιατικήενεούςενεέςενεά
Κλητικήενεοίενεέςενεά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →