άνουρα
•
- ζωολογίαζωολογική τάξη αμφιβίων που χαρακτηρίζονται από την απουσία ουράς, τα ισχυρά πίσω άκρα και την προσαρμογή στο άλμα ή το κολύμπι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άνουρα < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική Anura < αρχαία ελληνική ἀν- + οὐρά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άνουρα | άνουρα |
| Γενική | — | άνουρων |
| Αιτιατική | — | άνουρα |
| Κλητική | — | άνουρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →