ουροδελή
•
- ζωολογίαζώα της τάξης των αμφιβίων που διατηρούν ουρά καθ’ όλη τη ζωή τους, έχουν επίμηκες σώμα, συχνά τέσσερα πόδια, και αναπαράγονται κυρίως σε υδάτινα περιβάλλοντα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ουροδελή < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική urodèles < αρχαία ελληνική οὐρά + δῆλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουροδελή | ουροδελή |
| Γενική | — | ουροδελών |
| Αιτιατική | — | ουροδελή |
| Κλητική | — | ουροδελή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →