Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άντραρος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. σπάνιοάλλη γραφή του άντρακλας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άντραρος < άντρ(ας) + μεγεθυντικό επίθημα -αρος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάντραροςάντραροι
Γενικήάντραρουάντραρων
Αιτιατικήάντραροάντραρους
Κλητικήάντραρεάντραροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →