άντρας
•
- ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου Βικιλεξικό
- Δεν ήθελα να πιω, ήθελα να κλάψω γιατί δεν είμαι άντρας αλλά παιδί.
- ο σύζυγος Βικιλεξικό
- Τηλεφώνησε ο άντρας της.
- Ήταν όλοι συγγενείς του αντρός της.
- αυτός που έχει τις καλές ιδιότητες που, συνήθως, αποδίδονται στους άντρες (γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα κ.α.) Βικιλεξικό
- Αντιμετώπισε τον κίνδυνο σαν άντρας.
- μέλος ομάδας, συνήθως ένοπλης Βικιλεξικό
- Οι άντρες του τον ακολουθούσαν στη μάχη, τον εμπιστεύονταν.
Ετυμολογία
άντρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄντρας < μεσαιωνική ελληνική ἄνδρας < ελληνιστική κοινή ἄνδρας < αρχαία ελληνική ἀνήρ, μέσω της αιτιατικής «τὸν ἄνδρα» και διατηρώντας την προφορά του <νδ > ως [nd] με την γραφή <ντ>, ήδη από τον μεσαίωνα. Παραβάλετε το άνδρας και το λόγιο ανήρ. :* Η σημασία «σύζυγος» < ἀνήρ (ήδη στον Όμηρο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άντρας | άντρες |
| Γενική | άντρα / αντρός | αντρών |
| Αιτιατική | άντρα | άντρες |
| Κλητική | άντρα | άντρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →