Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άξεστος

/ˈa.kse.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. χωρίς καλούς τρόπους, ακαλλιέργητος, αγενής και χυδαίος Βικιλεξικό
    • Αγενής, άξεστος, ωχαδερφιστής και ποζερόβλαχος με πιστοποίηση αναισθησίας από το Υπουργείο Μεταφορών, ο Greekenstein κυκλοφορεί με την άνεση που κυκλοφορούσε ο Γουίλ Σμιθ στις ερειπωμένες εθνικές οδούς της Νέας Υόρκης στο «I Am Legend», μιας και ο ίδιος είναι ένας Legend. (Έλληνες οδηγοί. Ζουν ανάμεσά μας, athensvoice.gr, 21/12/2014 https://www.athensvoice.gr/life/83800/ellines-odigoi/app/?api-id=83800)
    • Η Τερέζα είχε βαρεθεί να γυρίζει στα χωριά, να λέει μπούρδες λες και ήταν πραγματικές μαντείες, να κοιμάται σε ξένα κρεβάτια, να της τάζουν παλάτια και να εννοούν καλύβια, να σχολιάζουν τις βυζάρες της άξεστοι χωριάτες, να τρώει αηδίες στις ταβέρνες και ν' ανέχεται τη ζήλια των συναδέλφων της. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

άξεστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄξεστος < ἀ- + ξέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάξεστοςάξεστηάξεστο
Γενικήάξεστουάξεστηςάξεστου
Αιτιατικήάξεστοάξεστηάξεστο
Κλητικήάξεστεάξεστηάξεστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάξεστοιάξεστεςάξεστα
Γενικήάξεστωνάξεστωνάξεστων
Αιτιατικήάξεστουςάξεστεςάξεστα
Κλητικήάξεστοιάξεστεςάξεστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →