ξύνω
•
- τρίβω με τα νύχια το δέρμα μου, επειδή αισθάνομαι φαγούρα Βικιλεξικό
- τρίβω επιφάνεια με κάποιο ειδικό μέσο (π.χ. ξύστρα, ξυστήρι, ξυστρί κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Λαμβάνομεν μερικά φρέσκα κολοκύθια, τά ξύνομεν ἀπ'έξω καί τά σκάπτομεν καθώς τας μελιτζάνας. Τά ἁλατίζομεν ἐσωτερικῶς, τά μαραίνομεν εἰς τό τηγάνι μὲ ὀλίγον βούτυρον καὶ τὰ παραγεμίζομεν μὲ κιγμὰ καὶ μὲ τὴν ψύχαν των καθὼς καὶ τὰς μελιτζάνας. (Ι. Α. Βρετός, Ημερολόγιον εγκυκλοπαιδικόν του 1901, 1900, σελ. 362 https://www.google.gr/books/edition/H%C4%93merologion_enkyklopaidikon_tou_1901/VLUpAAAAYAAJ?hl=en&gbpv=1&pg=PA364&printsec=frontcover)
Ετυμολογία
ξύνω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ξύνω < αρχαία ελληνική ξύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξύνω | ξύνεις | ξύνει | ξύνουμε | ξύνετε | ξύνουν / ξύνουνε |
| Παρατατικός | έξυνα | έξυνες | έξυνε | ξύναμε | ξύνατε | έξυναν / ξύναν / ξύνανε |
| Αόριστος | έξυσα | έξυσες | έξυσε | ξύσαμε | ξύσατε | έξυσαν / ξύσαν / ξύσανε |
| Μέλλοντας | θα ξύνω / θα ξύσω | θα ξύνεις / θα ξύσεις | θα ξύνει / θα ξύσει | θα ξύνουμε / θα ξύσουμε | θα ξύνετε / θα ξύσετε | θα ξύνουν / θα ξύνουνε / θα ξύσουν / θα ξύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξύσει | έχεις ξύσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξύσει | είχες ξύσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξύσει / να ξύνω / να ξύσω | να έχεις ξύσει / να ξύνεις / να ξύσεις | να ξύνει / να ξύσει | να ξύνουμε / να ξύσουμε | να ξύνετε / να ξύσετε | να ξύνουν / να ξύνουνε / να ξύσουν / να ξύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξυσμένο / ξύνε / ξύσε | — | — | ξύνετε / ξύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξύστηκαξύνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →