άουλα
•
- λόγιομεγάλη και επίσημη αίθουσα που προορίζεται για τελετές, ομιλίες ή συγκεντρώσεις, συνήθως σε εκπαιδευτικά ή δημόσια ιδρύματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άουλα < γερμανική Aula ή γαλλική aula < λατινική aula < αρχαία ελληνική αὐλά / αὐλή (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άουλα | άουλες |
| Γενική | άουλας | — |
| Αιτιατική | άουλα | άουλες |
| Κλητική | άουλα | άουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →