αυλή
•
- υπαίθριος περιφραγμένος χώρος που ανήκει σε ένα σπίτι-κτήριο Βικιλεξικό
- Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα. (Ίων Δραγούμης, Στην Πόλη, 1904)
- Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.
- μεταφορικάτο σύνολο των αυλικών, των αξιωματούχων και συμβούλων που πλαισιώνουν έναν ηγεμόνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυλή < αρχαία ελληνική αὐλή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂wesleh₂ < *h₂wes- (περνώ τη νύχτα) + *-leh₂
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυλή | αυλές |
| Γενική | αυλής | αυλών |
| Αιτιατική | αυλή | αυλές |
| Κλητική | αυλή | αυλές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →