Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυλή

/aˈvli/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υπαίθριος περιφραγμένος χώρος που ανήκει σε ένα σπίτι-κτήριο Βικιλεξικό
    • Από μέσα οι Γύφτοι έχουν κολλήσει στους τοίχους τα σανιδένια χάρβαλά τους, που τα στολίζουν τενεκέδες. Έβλεπα κάτι στενές αυλές, βρώμικες, και ήταν μέσα στιβαγμένες γύφτισσες μισόγυμνες, και γυφτόπουλα κουρελιασμένα. (Ίων Δραγούμης, Στην Πόλη, 1904)
    • Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.
  2. μεταφορικάτο σύνολο των αυλικών, των αξιωματούχων και συμβούλων που πλαισιώνουν έναν ηγεμόνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυλή < αρχαία ελληνική αὐλή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂wesleh₂ < *h₂wes- (περνώ τη νύχτα) + *-leh₂

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαυλήαυλές
Γενικήαυλήςαυλών
Αιτιατικήαυλήαυλές
Κλητικήαυλήαυλές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →