Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άπιοτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον ήπιαν Βικιλεξικό
  2. που δεν πίνει ή δεν έχει πιει (ιδίως αλκοόλ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άπιοτος < α- + πίνω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπιοτοςάπιοτηάπιοτο
Γενικήάπιοτουάπιοτηςάπιοτου
Αιτιατικήάπιοτοάπιοτηάπιοτο
Κλητικήάπιοτεάπιοτηάπιοτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάπιοτοιάπιοτεςάπιοτα
Γενικήάπιοτωνάπιοτωνάπιοτων
Αιτιατικήάπιοτουςάπιοτεςάπιοτα
Κλητικήάπιοτοιάπιοτεςάπιοτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →