πίνω
•
- βάζω υγρό στο στόμα με σκοπό να καταλήξει στο στομάχι Βικιλεξικό
- πιες το γάλα σου
- Του είπα την ταρίφα και μετά του 'φτιαξα καφέ. Ελληνικό, στο χοντρό φλιτζάνι, να μείνει μπόλικος ντελβές όταν το αναποδογυρίσω. Τον ήπιε λες και έπινε κάτουρο. Μετά ζήτησα να δω την παλάμη του. (Κώστας Ακρίβος, Τελευταία νέα από την Ιθάκη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- κρατώ υγρό στο εσωτερικό μου, απορροφώ Βικιλεξικό
- το περιβόλι χρειάζεται να πιει πολύ νερό λόγω του καύσωνα
- Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
- κάνω χρήση χαπιών ή άλλου φαρμάκου Βικιλεξικό
- να πιεις αντιπυρετικό για να πέσει ο πυρετός
- αργκόκαπνίζω καπνό ή παίρνω ναρκωτικά ή καταναλώνω οινοπνευματώδες ποτό Βικιλεξικό
- βάλε μου να πιω
- είμαι πότης, έχω εθιστεί στο αλκοόλ Βικιλεξικό
- το πάθος του να πίνει τον κατέστρεψε
- κάνω πρόποση Βικιλεξικό
- ας πιούμε στην υγεία του εορτάζοντα
- πίνεται;: είναι κατάλληλο ή ευχάριστο για να το πει κάποιος Βικιλεξικό
- μου έφερε ένα κρασί που πίνεται σαν κονιάκ
Ετυμολογία
πίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πίνω :* για τη σημασία «καπνίζω» < σημασιολογικό δάνειο από την οθωμανική τουρκική ایچمك (τουρκικά içmek
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πίνω | πίνεις | πίνει | πίνουμε | πίνετε | πίνουν / πίνουνε |
| Παρατατικός | έπινα | έπινες | έπινε | πίναμε | πίνατε | έπιναν / πίναν / πίνανε |
| Αόριστος | ήπια | ήπιες | ήπιε | ήπιαμε | ήπιατε | ήπιαν / ήπιανε |
| Μέλλοντας | θα πίνω / θα πιω | θα πίνεις / θα πιεις | θα πίνει / θα πιει | θα πίνουμε / θα πιούμε | θα πίνετε / θα πιείτε | θα πίνουν / θα πίνουνε / θα πιουν |
| Παρακείμενος | έχω πιει | έχεις πιει | έχει πιει | έχουμε πιει | έχετε πιει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πιει | είχες πιει | είχε πιει | είχαμε πιει | είχατε πιει | — |
| Υποτακτική | να έχω πιει / να πίνω / να πιω | να έχεις πιει / να πίνεις / να πιεις | να έχει πιει / να πίνει / να πιει | να έχουμε πιει / να πίνουμε / να πιούμε | να έχετε πιει / να πίνετε / να πιείτε | να πίνουν / να πίνουνε / να πιουν |
| Προστακτική | — | πίνε / πιες | — | — | πίνετε / πιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →