άπιστος
•
- που δεν πιστεύει, δεν έχει θρησκευτική πίστη Βικιλεξικό
- ειδικότεραπου δεν πιστεύει στον Χριστό Βικιλεξικό
- που δε σέβεται το συζυγικό βίο και συνευρίσκεται (ερωτικά) με άλλα άτομα Βικιλεξικό
- που δεν του έχουν εμπιστοσύνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άπιστος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἄπιστος < ἄ- στερητικό + πιστός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπιστος | άπιστη | άπιστο |
| Γενική | άπιστου | άπιστης | άπιστου |
| Αιτιατική | άπιστο | άπιστη | άπιστο |
| Κλητική | άπιστε | άπιστη | άπιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άπιστοι | άπιστες | άπιστα |
| Γενική | άπιστων | άπιστων | άπιστων |
| Αιτιατική | άπιστους | άπιστες | άπιστα |
| Κλητική | άπιστοι | άπιστες | άπιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →